Διαβάστε το σε 3 λεπτά

Εργοδοτικές εισφορές, ασφάλιση και δικαιώματα των εργαζομένων: μια περίπλοκη συζήτηση

Τα βασικά δεδομένα για το σημαντικότερο σημείο τριβής ανάμεσα σε εργαζόμενους και εργοδότες.

Η σχέση εργαζόμενου-εργοδότη απασχολεί τον πολιτισμό μας από τότε που η καπιταλιστική οικονομία οργανώνεται γύρω από τις σχέσεις εξαρτημένης εργασίας. Σε αυτό το άρθρο δεν θα εξετάσουμε τις διάφορες ερμηνείες των σχέσεων αυτών και την εξέλιξή τους μέσα στον χρόνο. Ούτε θα αξιολογήσουμε τις θεωρητικές και ιδεολογικές επεξεργασίες του φαινομένου.

Αντ’ αυτού, θα προσπαθήσουμε να χαρτογραφήσουμε τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ο εργαζόμενος και ο εργοδότης στον χώρο της εστίασης, στην προσπάθεια τους, ο πρώτος να εξασφαλίσει τα δικαιώματά του και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, ο δεύτερος να έχει μια κερδοφόρα επιχείριση που σέβεται τη νομοθεσία και τον εργαζόμενο του.

Το προβλημα

Το φορολογικό σύστημα της Ελλάδας είναι προβληματικό, άδικο και αναποτελεσματικό. Δεν καταφέρνει να αντιμετωπίσει τις ανισότητες, είναι περίπλοκο και δημιουργεί εμπόδια στην υγιή επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα είναι τρίτη στη λίστα με τα κράτη-μέλη της ΕΕ με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές. Η διεθνής τάση είναι η μείωση των ανώτατων φορολογικών συντελεστών σε εισοδήματα και μερίσματα, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης στις επιχειρήσεις, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η απλοποίηση των φορολογικών κλιμάκων και η εισαγωγή στοχευμένων φοροαπαλλαγών και εκπτώσεων για την τόνωση της απασχόλησης. Στην Ελλάδα, ο συνολικός φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις ήταν στο 44% το 2014, το 2017 φτάνει το 50,7% και είναι υψηλότερος από τον αντίστοιχο στη Σουηδία (49%). Οι φόροι εισοδήματος αποτελούν μόνο το 21% των συνολικών εσόδων από φόρους και εισφορές. Τα περισσότερα έσοδα εισπράττονται από τους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ (41%) και από τις ασφαλιστικές εισφορές (35,2%), που είναι εξαιρετικά υψηλές. Στα παραπάνω προστίθεται και ένα εξαιρετικά περίπλοκο νομοθετικό σύστημα. Σύμφωνα με την έρευνα της Διανεοσις «το διάστημα 2001-2015 στη χώρα μας ψηφίστηκαν 36 αμιγώς φορολογικοί νόμοι, δηλαδή πάνω από δύο φορολογικά νομοσχέδια τον χρόνο. Μόνο το 2016 ψηφίστηκαν πέντε νόμοι με φορολογικό αντικείμενο, οι οποίοι συνοδεύτηκαν από 89 υπουργικές αποφάσεις και 186 εγκυκλίους.

Τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή η καταιγίδα φοροαλλαγών δεν είναι μόνο η επονομαζόμενη ανασφάλεια δικαίου (το φαινόμενο, δηλαδή, κατά το οποίο πολίτες, επιχειρήσεις και αρμόδιοι φορείς δεν γνωρίζουν τι ισχύει) ή η αβεβαιότητα για επιχειρηματίες και φορολογούμενους. Δημιουργεί και ένα δυσθεώρητο και εντελώς άχρηστο διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις. Το έμμεσο κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις το 2013, για παράδειγμα, υπολογίστηκε ότι είναι το 12,6% των συνολικών εσόδων του κράτους από τα νομικά πρόσωπα. Αυτά είναι χρήματα που δαπάνησαν οι εταιρείες για να είναι φορολογικά τυπικές, αλλά δεν τα πήρε το κράτος -χάθηκαν στις γραφειοκρατικές διαδικασίες και τη σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού και χρόνου. Για να έχετε μια εικόνα για το πόσο σοβαρό είναι αυτό το πρόβλημα, λάβετε υπ’ όψιν ότι το αντίστοιχο ποσοστό σε μια εξελιγμένη οικονομία, όπως του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι στο 5%. Το αντίστοιχο ποσοστό στη Γερμανία είναι 2,2%.»

Τα δεδομένα

Σύμφωνα με τις πρόσφατες αποφάσεις του ΟΜΕΔ ορίζονται κατώτατοι μισθοί που αφορούν τις διάφορες ειδικότητες εργαζομένων στις επιχειρήσεις εστίασης. Επίσης, ο επιχειρηματίας πρέπει να ανταποκριθεί στις εξής τουλάχιστον υποχρεώσεις:

  1. 1) ασφαλιστικές εισφορές,
  2. 2) ημερομίσθια νυκτερινής βάρδιας,
  3. 3) ημερομίσθια κυριακάτικης βάρδιας,
  4. 4) ταμειακό επίδομα,
  5. 5) επίδομα γάμου,
  6. 6) επίδομα ιδιαίτερων συνθηκών (για τους διανομείς),
  7. 7) επίδομα εποχικής απασχόλησης,
  8. 8) επίδομα τουριστικής εκπαίδευσης,
  9. 9) επίδομα ανθυγιεινής εργασίας,
  10. 10) επίδομα πολυετούς υπηρεσίας,
  11. 11) επίδομα τριετίας

Όπως βλέπουμε, τα κόστη για έναν επιχειρηματία της εστίασης είναι υπέρογκα. Στην εστίαση, που συνήθως τα περιθώρια κέρδους είναι στενά, η μείωση του εργοδοτικού κόστους μπορεί να έχει πολύ μεγάλη επίδραση στην βιωσιμότητα τη επιχείρησης. Η αδήλωτη (ή μερικώς δηλωμένη) εργασία είναι παράνομη πράξη και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποποινικοποιηθεί, αλλά είναι εύκολο να δει κανείς τα κίνητρα που δημιουργούνται για την μη συμμόρφωση από ένα απλό παράδειγμα.

Χρησιμοποιώντας το νέο, εύχρηστο εργαλείο του MyJobNow για τον υπολογισμό των εργοδοτικών εισφορών για τον εργαζόμενο οποιασδήποτε ειδικότητας στο χώρο της εστίασης:

Ένας μπουφετζής, σε part-time απασχόληση (4ώρο, 5μέρες, με το ελάχιστο επιτρεπτό μικτό μεροκάματο ~33€), θα πληρώνεται 294.8€ καθαρά. Οι εισφορές του εργαζόμενου θα είναι 54.1€ και του εργοδότη 89.17€. Το συνολικό κόστος για τον εργοδότη ανέρχεται στα 438.0€.

Στην περίπτωση που ο ίδιος μπουφετζής δούλευε full-time με 40€ μικτό ημερομίσθιο, θα πληρωνόταν 704.1€ καθαρά, οι εισφορές του εργαζόμενου θα ήταν 129.2 ευρώ και του εργοδότη 213.0€. Το συνολικό κόστος για τον εργοδότη θα ανερχόταν στα 1046.2€.

Η συνήθης πρακτική είναι να προσλαμβάνεται ο συγκεκριμένος εργαζόμενος σαν part-timer με το κατώτερο ημερομίσθιο, ενώ στην πραγματικότητα δουλεύει full-time. Αυτό συμβαίνει γιατί το κόστος των εισφορών τόσο για τον εργαζόμενο όσο και τον εργοδότη είναι υπέρογκο. Δια της νόμιμης οδού ο μπουφετζής στο παράδειγμά μας θα έπαιρνε 704.1€ το μήνα καθαρά, ενώ δια της άτυπης συμφωνίας με τον εργοδότη του θα λάμβανε καθαρά 902.9€ (294.8 δηλωμένα και 607.2 μαύρα), με τον εργοδότη να έχει ακριβώς το ίδιο συνολικό κόστος (~1,046€). Το πρόβλημα είναι ότι, δεδομένης της αναποτελεσματικότητας και της περιορισμένης ανταποδοτικότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, τα λεφτά που χάνει ο εργαζόμενος και ο εργοδότης, όταν ακολουθούν τη νόμιμη οδό, πηγαίνουν στην κάλυψη των σημερινών συνταξιοδοτικών αναγκών, την ώρα που οι μελλοντικές συνταξιοδοτικές απολαβές του εργαζομένου θα είναι δυσανάλογα μικρότερες από τα λεφτά που πληρώνει σήμερα, χάνοντάς τα από τον πραγματικό, τρέχοντα μισθό του.

Όπως βλέπουμε, η εξαντλητική φορολόγηση σε συνδυασμό με ένα προβληματικό σύστημα κοινωνικών παροχών και την περιορισμένη ανταποδοτικότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος ωθούν τους εργοδότες και τους εργαζόμενους στην παρανομία. Ο εργαζόμενος δεν έχει κίνητρο να «δείχνει» τα πραγματικά του εισοδήματα, ο εργοδότης απλώς δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο σύνολο των υποχρεώσεών του προς το κράτος, οπότε επιλέγει να κρατήσει την επιχείρησή του ανοιχτή από το να είναι συνεπής και να μην μπορεί να επιβιώσει.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν στη διαμόρφωση μιας πραγματικότητας με τα εξής χαρακτηριστικά:

  • διαμορφώνεται ένα νοσηρό συμβόλαιο ανάμεσα στον εργαζόμενο και τον εργοδότη: ο πρώτος φοβάται ότι θα τον εκμεταλλευτεί, ο δεύτερος ότι θα τον καταδώσει. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να υπάρξει εμπιστοσύνη, συνεργασία και ομαλή συμβίωση στον εργασιακό χώρο

  • τελικά, το κράτος συντηρεί αυτήν τη διαστρεβλωμένη πραγματικότητα. Επιβάλλει μη βιώσιμες εισφορές στο όνομα της αναδιανομής, αλλά, πρακτικά, εθίζει τους εργαζόμενους στην ιδέα ότι ο εργοδότης θέλει το κακό τους, και εξωθεί τους εργοδότες στην παρανομία

Ποια είναι η δική σας εμπειρία;

Μοιραστείτε την άποψή σας!

1

https://www.dianeosis.org/2018/04/to-forologiko-provlima-tis-elladas/

2

https://www.dianeosis.org/2018/04/to-forologiko-provlima-tis-elladas/

Διαβάστε ακόμα: