blog post image

Διαβάστε το σε 3 λεπτά

Οι πιθανές επιπτώσεις της αύξησης του κατώτατου μισθού στην εστίαση

Επιχειρούμε μια πρώτη αποτίμηση του νέου νόμου. Εσείς τι πιστεύετε ότι θα συμβεί;

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 του ν. 41722013, ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο για πλήρη απασχόληση για τους υπαλλήλους και τους εργατοτεχνίτες όλης της χώρας διαμορφώνονται ως εξής:

α) Για τους υπαλλήλους ο κατώτατος μισθός ορίζεται στα εξακόσια πενήντα ευρώ (650,00 €).

β) Για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται στα είκοσι εννέα ευρώ και τέσσερα λεπτά (29,04 €).

Από την πρώτη Φεβρουαρίου του 2019 οι επιχειρήσεις της εστίασης οφείλουν να συμμορφωθούν με τον ψηφισθέντα νόμο και να αναπροσαρμόσουν τους μισθούς των χαμηλόμισθων υπαλλήλων τους. Οι πρώτες αντιδράσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνουν έναν κάποιον προβληματισμό: η Κομισιόν υποστηρίζει ότι η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού για τους νέους έως 24 ετών θα προκαλέσει αύξηση της ανεργίας των νέων, καθώς και ότι το ποσοστό αύξησης πρέπει να είναι συνδεδεμένο με την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Πριν προχωρήσουμε σε μια πρώτη εκτίμηση της επιρροής της μισθολογικής αυτής μεταβολής στη λειτουργία των επιχειρήσεων της εστίασης, καλό θα ήταν να παρουσιάσουμε, συνοπτικά, τις δύο βασικές απόψεις για τον εν λόγω νόμο.

Σύμφωνα με τη φιλελεύθερη άποψη, ο κρατικά προσδιορισμένος μισθός μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ανεργίας αν είναι υψηλός. Η κερδοφορία των επιχειρήσεων δεν τους επιτρέπει να απορροφήσουν το κόστος της αύξησης, οπότε μειώνουν τις θέσεις εργασίας, προκειμένου να μην επωμιστούν το βάρος των παραπάνω αμοιβών και των επιπλέον εργοδοτικών εισφορών.

Η αριστερή άποψη τονίζει ότι τέτοιες νομοθετικές παρεμβάσεις είναι απαραίτητες προκειμένου να στηριχθούν τα δικαιώματα του εργαζόμενου. Καθότι ο τελευταίος δεν έχει την ίδια διαπραγματευτική δύναμη με τον εργοδότη, αναγκάζεται να δεχτεί μισθό χαμηλότερο της παραγωγικότητάς του. Συνεπώς, ο νόμος προστατεύει τον εργαζόμενο από μια πιθανά άδικη αντιμετώπιση.

Με μια πρώτη ματιά, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα μπορούσε να είναι θετική από κάποιες απόψεις: Θα αυξηθεί η ζήτηση, οπότε θα επηρεαστούν θετικά οι τζίροι του λιανικού εμπορίου. Όπως επισημαίνει, ωστόσο, ο Αρίστος Δοξιάδης «Το λιανικό εμπόριο θα ωφεληθεί βραχυπρόθεσμα από την αύξηση της ζήτησης που θα φέρει η αύξηση του κατώτατου. Μακροπρόθεσμα μπορεί να χάσει αν η υπόλοιπη οικονομία χάσει. Αυξημένη κατανάλωση που θα μεταφραστεί κυρίως σε αυξημένες εισαγωγές δεν είναι διατηρήσιμη.»

Από μια άλλη σκοπιά, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές καθώς και τον τουρισμό, αφού η επιτυχία του τελευταίου στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη φθηνή εργασία.

Η αγορά της εστίασης

Όσον αφορά την εστίαση τα πράγματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα. Όπως αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο, οι υψηλές εργοδοτικές εισφορές δημιουργούν, μεταξύ άλλων, ένα φαύλο κύκλο: οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες επιλέγουν ένα άτυπο συμβόλαιο αμοιβαίας μη συμμόρφωσης με το νόμο, το κράτος αδυνατεί να συλλέξει πόρους, αδυνατεί να κλείσει τις τρύπες, γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω αύξησή τους. Συνεπώς, η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Πρώτον, ένα μέρος της αύξησης πηγαίνει στο κράτος είτε άμεσα, μέσω των εργοδοτικών εισφορών, είτε έμμεσα, μέσω του φόρου εισοδήματος του εργαζόμενου (σημειωτέον ότι τα όρια του αφορολόγητου μειώθηκαν περαιτέρω). Δεύτερον, στην παρούσα φορολογική συνθήκη όσο πιέζονται τα όρια των αποδοχών προς τα πάνω, τόσο πιθανότερο είναι να μειωθούν οι θέσεις εργασίας.

Η περίπτωση του ντελίβερι έχει παρόμοια χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ένα επάγγελμα που χαρακτηρίζεται από επισφάλεια και δυσχερείς εργασιακές συνθήκες καθώς και μια εύθραυστη ισορροπία: μεγάλη ζήτηση εργασίας και μικρή προσφορά. Όμως, η μεγάλη ζήτηση για εργατικό δυναμικό προκύπτει ακριβώς επειδή οι επιχειρήσεις μπορούν να είναι επικερδείς προσφέροντας την εν λόγω υπηρεσία. Αν ξεπεραστεί το σημείο που το συνολικό κόστος της υπηρεσίας του ντελίβερι είναι μεγαλύτερο από το όφελος, θα κοπεί η υπηρεσία, άρα θα κοπούν και θέσεις εργασίας. Όπως και στην περίπτωση των εργοδοτικών εισφορών, η απόλυτη νομιμότητα πιθανότατα θα οδηγήσει σε μείωση των θέσεων εργασίας.

Προφανώς, δεν είναι όλες οι αγορές ίδιες. Σε άλλες βιομηχανίες, όπως η φαρμακοβιομηχανία και τα ενεργειακά, που τα περιθώρια κέρδους είναι τεράστια και υπάρχουν ολιγοπώλια, η συζήτηση για την αύξηση των μισθών έχει τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στην εστίαση, ωστόσο, μόνο εξαιρετικές περιπτώσεις επιχειρήσεων είναι εξαιρετικά επικερδείς και αυτό είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Ένας επιχειρηματίας της εστίασης μπορεί να ξεκινήσει με μια πρωτότυπη ιδέα και να καταφέρει να κερδίσει ένα σημαντικό κομμάτι της αγοράς. Το ερώτημα όμως είναι για πόσο καιρό θα καταφέρει να συντηρήσει την υψηλή κερδοφορία μέχρι να τον χτυπήσει ο ανταγωνισμός. Επίσης, μια τυπική επένδυση στην εστίαση μπορεί να χρειαστεί 3-5 χρόνια για απόσβεση. Συνεπώς, το οικονομικό περιβάλλον δεν επιτρέπει μεγάλα περιθώρια κέρδους για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Αυτό σημαίνει ότι ο τζίρος θα μειώνεται και σε συνδυασμό με τις πιέσεις από τις αυξήσεις των μισθών, η αγορά θα αντιδράσει μειώνοντας τις θέσεις εργασίας.

Όπως βλέπουμε, η αύξηση του μισθού μπορεί να σημαίνει αύξηση του εισοδήματος, όμως η τελευταία εξουδετερώνεται από τη μείωση του αφορολόγητου ορίου, η οποία με τη σειρά της συμβάλλει στην αύξηση των φορολογικών εσόδων. Η αύξηση του μισθού, επίσης σημαίνει αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών για τους εργοδότες. Ειδικά οι πολύ μικρές επιχειρήσεις με χαμηλότερη παραγωγικότητα θα πληγούν περισσότερο και η αδήλωτη εργασία θα αυξηθεί, ενώ πολλοί θα δηλώνονται ως μερικής απασχόλησης ενω θα είναι πλήρους. Επομένως, η αύξηση του κατώτατου μισθού, μεταφράζεται σε επιπλέον εισόδημα για τον εργαζόμενο, αλλά και σε επιπλέον κόστος για τον εργοδότη και επιπλέον έσοδα στο κράτος.

Μερικές επιπλέον σκέψεις

Η αγορά της εστίασης και γενικά η ιδιωτική οικονομία συνεχίζει να αγκομαχά.

Το 74% των επιχειρήσεων έχει υπόλοιπα στις εφορίες που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει. Στο κομμάτι των εισφορών ένα μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων είναι δυό και τρεις μήνες πίσω και συνεχώς προχωρά σε ρυθμίσεις των οφειλών του.

Το 87% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην εστίαση απασχολεί λιγότερους από δέκα υπαλλήλους. Οι περισσότερες επιχειρήσεις είναι οριακά κερδοφόρες και πολλές βάζουν λουκέτο μερικούς μήνες μετά το άνοιγμά τους.

Η άμεση αντίδραση της αγοράς σε μια τέτοια αύξηση, όπως και στην περίπτωση του ΦΠΑ, θα είναι η συμμόρφωση, όμως τα ουσιαστικά προβλήματα δεν πρόκειται να λυθούν.

Η ανεργία στο γενικό πληθυσμό είναι στο 18% και στις νεανικές ηλικιακές κατηγορίες «χτυπάει κόκκινο» (39.5% στο ηλικιακό γκρουπ 15-24 και 24,2 στο ηλικιακό γκρουπ 25-34.) Η λύση δεν είναι να καταστεί ακόμα πιο δύσκολο για τον εργοδότη να προσλάβει κάποιον υπάλληλο (να μην ξεχνάμε ότι την τελευταία τετραετία έχει αυξηθεί και ο ΦΠΑ στην εστίαση, με αποτέλεσμα να πιέζεται ακόμα περισσότερο το περιθώριο κέρδους).

Συνεπώς, η ιδέα ότι ο επιχειρηματίας είναι ένας χαιρέκακος εκμεταλλευτής και κερδοσκόπος είναι απλώς ανεδαφική. Τα νούμερα δείχνουν ότι οι περισσότεροι έλληνες επιχειρηματίες προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα εξαιρετικά δυσχερές οικονομικό περιβάλλον και έχουν απέναντί τους ένα κράτος που δεν τους δίνει κίνητρα για να προσλάβουν υπαλλήλους.

Μετά από μια έντονα πολιτικοποιημένη πενταετία, ένα μεγάλο κομμάτι του γενικού πληθυσμού (και των επαγγελματιών της πολιτικής) φαίνεται ότι συνεχίζει να αγνοεί τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη. Ο προσδιορισμός της μισθολογικής δαπάνης από το κράτος και η επιβολή επιπλέον εμποδίων (εισφορές, ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος) περιορίζουν την οικονομική ελευθερία του επιχειρηματία. Τα παραπάνω δεν πρέπει να λογίζονται σαν λύσεις για το πρόβλημα της υψηλής ανεργίας, αλλά σαν αίτια της διαιώνισής του.

Από την άλλη, ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό της αγοράς της εστίασης αποπροσανατολίζει τους εργαζόμενους και τους δημιουργεί μια λανθασμένη εντύπωση: Η εστίαση χαρακτηρίζεται από μεγάλο turn-over, γεγονός που δημιουργεί στον εργαζόμενο την αίσθηση ότι εάν κλείσει η επιχείρηση στην οποία δουλεύει, θα βρει δουλειά κάπου αλλού. Πρόκειται, κατά κάποιον τρόπο, για μια δομική άγνοια κινδύνου.

Τελικά, ο στόχος πρέπει να είναι υψηλό μέσο εισόδημα με στενή κατανομή. Επιπλέον, οι διεκδικήσεις για πιο δίκαιη διανομή του πλούτου θα έπρεπε να φέρουν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τις περιπτώσεις εκείνες που ο παραγωγικός, υπεύθυνος και συνεπής εργαζόμενος δεν αμείβεται σύμφωνα με τα όσα προσφέρει. Εάν είναι πολλοί εκείνοι που νιώθουν ότι δεν παίρνουν όσα τους αναλογούν, αυτό σημαίνει ότι η αγορά δεν λειτουργεί σωστά και ότι το πρόβλημα είναι δομικό. Σε αυτήν την περίπτωση εμείς, ως πολίτες και εργαζόμενοι, πρέπει να δούμε ποιος μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στην ολότητά του. Πρέπει, βεβαίως, να έχουμε κατά νου ότι η κρίση και η υψηλή ανεργία έχουν δημιουργήσει μια γενικευμένη αίσθηση περιορισμένων δυνατοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι ο καλός εργαζόμενος νιώθει ότι αναλαμβάνει μεγάλο ρίσκο όταν διεκδικεί μισθό ανάλογο των δυνατοτήτων του, επειδή υπάρχουν πολύ άνεργοι που ανά πάσα στιγμή διεκδικούν τη θέση του.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι η «πίτα της εστίασης» έχει συγκεκριμένο μέγεθος και αυτό δεν πρόκειται να μεγαλώσει με τη χρήση κάποιου κρατικού μαγικού ραβδιού. Μια πιο εύρωστη οικονομία θα μπορεί να υποστηρίξει υψηλότερους μισθούς. Σε κάθε περίπτωση, στο συνδυασμό υψηλές εργοδοτικές εισφορές και αυξημένος ΦΠΑ είναι ρίσκο να προστεθεί άλλο ένα μέτρο συμπίεσης της επιχειρηματικής κερδοφορίας.

Διαβάστε ακόμα: